Δευτέρα, 27 Μαΐου, 2024
ΑρχικήΝέα τραγούδιαΌταν η χούντα των συνταγματαρχών επέτρεψε για λίγες μέρες τα τραγούδια του...

Όταν η χούντα των συνταγματαρχών επέτρεψε για λίγες μέρες τα τραγούδια του Μίκη


Ελεύθερα τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη

Περιδιαβαίνοντας, πριν από λίγες μέρες, στο διαδίκτυο, προς αναζήτηση παλιών περιοδικών, έπεσα πάνω στο τεύχος Νο 273 του περιοδικού «Επίκαιρα», που εκδόθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1973 (τρεις εβδομάδες πριν την εξέγερση των φοιτητών στο Πολυτεχνείο) με εξώφυλλο τον Μίκη Θεοδωράκη και τίτλο: «Ελεύθερα τα τραγούδια του Θεοδωράκη». Η αγορά του τεύχους ήταν μονόδρομος κι έτσι, μετά από δυο μέρες, ένα ιστορικό ντοκουμέντο βρισκόταν στα χέρια μου.

02.MIKIS_EPIKAIRA.jpg

Τα σχετικά με τη μικρή χαλάρωση των μέτρων της χούντας και την πρόθεση της άρσης της απαγόρευσης της μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη, που είχε επιβληθεί με το υπ’αριθμ. 13/1-6-1967 ειδικό διάταγμα του αρχηγού του επιτελείου του ελληνικού στρατού Οδυσσέα Αγγελή, είναι λίγο πολύ γνωστά. Η επιβολή του Στρατιωτικού Νόμου, αμέσως μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, το πραξικόπημα του Ιωαννίδη και η ανατροπή του Παπαδόπουλου στις 25 Νοεμβρίου 1973, πέταξαν όλες τις σκέψεις και τα σχέδια για την απελευθέρωση της μουσικής του Μίκη στο καλάθι των άχρηστων.

03.MIKIS_EPIKAIRA.jpg

Επιστρέφοντας στο περιοδικό, κάποια από τα πολύ ενδιαφέροντα που περιλαμβάνονται στο άρθρο του Δημήτρη Ιατρόπουλου και που μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω ολόκληρο, είναι η ιστορία με το ανέκδοτο και τον αστυφύλακα, οι μαρτυρίες του πατέρα και του αδελφού του Γιάννη Θεοδωράκη και του Μάνου Χατζιδάκι, μια συνέντευξη του στενού του συνεργάτη Γιάννη Διδίλη, οι συναυλίες στο εξωτερικό και η χαλάρωση της αστυνόμευσης στα μαγαζιά της χώρας, η αναστάτωση στη μουσική βιομηχανία και τις εταιρείες δίσκων με την κυκλοφορία των νέων έργων του Μίκη και η ίδρυση ελεύθερου μουσικού πανεπιστήμιου στην Αθήνα…

Από τα «6 φεγγάρια της θάλασσας» στα «18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας»

«Στα παραθύρια τα πλατιά, χαμογελούσε μια μυρτιά…» τραγουδούσε μέσα στη νύχτα ο αστυφύλακας. Πλάι του πέρασε ένας νεαρός, κοντοστάθηκε, ο αστυφύλακας τον έπιασε από τον ώμο: «Πάμε μέσα, άκουγες Θεοδωράκη»!…
Αυτό το ανέκδοτο, ανήκει σ’αυτά που εκ των πραγμάτων πρέπει τώρα να ξεχασθούν. Έκανε τον γύρο των μπουάτ γύρω στα 1968. Τώρα πια, ο Θεοδωράκης επιτρέπεται. Μετά την ουσιαστική άρση της απαγορεύσεως, αφού σ’ όλα τα μαγαζιά τραγουδάνε τα τραγούδια του, έρχεται και η τυπική. Τα «ΕΠΙΚΑΙΡΑ» δημοσιεύουν κατ’ αποκλειστικότητα την είδηση: Από πηγές που δεν δέχονται καμιά αμφισβήτηση, γνωρίζουμε αυτή τη στιγμή ότι σε λίγες μέρες, θα επιτραπούν και δημοσίως τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη.

Αυτό το γεγονός, συνδυασμένο και με τη γνωστή δήλωση του Μίκη ότι θα επιστρέψει στην Ελλάδα τον Δεκέμβριο, δημιουργεί μιαν αναστάτωση στον χώρο της βιομηχανίας του δίσκου και της δημιουργίας του έντεχνου τραγουδιού, πέρα απ’τη γενικότερη σημασία της επιστροφής του συνθέτη.

Μια δεύτερη αποκλειστική πληροφορία μας, φέρνει τον Μίκη να έχει κιόλας συγκεκριμένες συζητήσεις με μια γνωστή εταιρεία δίσκων. Και αυτό αληθεύει!. Έτσι, οι τραγουδιστές περιμένουν τον Μίκη, οι συνθέτες περιμένουν τον Μίκη, οι εταιρείες δίσκων ρίχνουν τα καλά τραγούδια τους, που είχαν προγραμματίσει για τις γιορτές, σε μια νεκρή τυπικά εποχή κι ετοιμάζονται για ένα «μπαράζ Θεοδωράκη» τα Χριστούγεννα.

04.MIKIS_EPIKAIRA.jpg

«Μόνο νεκρός»

Ποιος είναι άραγε ο κόσμος του Μίκη Θεοδωράκη; Το ένα εκατομμύριο ακροατές που είδαν και άκουσαν εφέτος τον διάσημο συνθέτη στις συναυλίες του; Τα νέα παιδιά που μεγάλωσαν με τον μύθο του εδώ και λίγα χρόνια; Οι δικοί του, η Μυρτώ, τα παιδιά, ο πατέρας, ο Γιάννης; Όλ’ αυτά μαζί…

«Δεν έχω να σας πω, τίποτα παραπάνω απ’ όσα ξέρουν όλοι», θα μας πει ο πατέρας του.

«Ειν’ αλήθεια. Ο πατέρας, που κάνει αυτή τη στιγμή την αρχειοθέτηση του έργου του Μίκη, δεν ξέρει περισσότερα από μας. Εγώ έχω να δω τον αδελφό μου απ’ τον Απρίλη που πέρασε. Ξέρω, είναι πολύ λεπτό το θέμα της επιστροφής…»

Έχουμε πάει στον Γιάννη Θεοδωράκη. Οι ποιητής των «Λιποτακτών», ασπρισμένος λίγο στους κροτάφους, με ζωντανό πάντα το βλέμμα και με το κοφτό προτεταμένο πρόσωπο των Θεοδωράκηδων, αργά – αργά μου ξεδιπλώνει τις σκέψεις του για τον Μίκη της επιστροφής.

«Μπορεί να έρθει δοκιμαστικά. Να δει πώς είναι τα πράγματα, να ξαναφύγει, να ξανάρθει. Θα είναι δύσκολο να επιτραπούν συναυλίες σε ανοιχτό χώρο. Εδώ ο Ξαρχάκος κι είδες τι έγινε. Εξ άλλου, ο Μίκης βλέπει όλο το έργο συνυφασμένο με τα γενικότερα προβλήματα του τόπου…»

Θυμάμαι πάνω σ’ αυτό μια φράση που είπε ο Θεοδωράκης σε μια κοπέλα που τον επισκέφτηκε στο καμαρίνι του, μόλις πριν λίγες μέρες στη θριαμβευτική συναυλία του στη Νέα Υόρκη: «Θα γυρίσω στην Ελλάδα και δεν θα φύγω, παρά μόνο νεκρός! Μόνο νεκρός!»

Ο Μίκης Θεοδωράκης έδωσε 150 συναυλίες σε 18 χώρες, μέσα στους εφτά πρώτους μήνες του ’73! Ένα εκατομμύριο ακροατές κι από τα δύο ημισφαίρια συμμετείχαν σ’ αυτές τις «γιορτές της νοσταλγίας». Η Μαρία Φαραντούρη, η Αφροδίτη Μάνου, η ορχήστρα του, ο τραγουδιστής Πέτρος Πανδής, ο Αντώνης Καλογιάννης που ακολούθησε σ’ ένα μεγάλο διάστημα τον Μίκη, η Μαίρη Δημητριάδου, απ’τις πιο σωστές φωνές μας, κατευθείαν μαθήτριά του, απ’ την άλλη μεριά η Μούσχουρη, ο Μουστακί, ένας ντουνιάς καλλιτέχνες γύρω του, η Μελίνα, υπήρξαν τα κεντρικά πρόσωπα της καλλιτεχνικής του απολογίας όλα αυτά τα χρόνια.

Παράλληλα, στην Πλάκα φούντωσε πάλι η μουσική του. Μια μικρή βόλτα στα πλακιώτικα μαγαζιά πείθει και τον πιο δύσκολο ακροατή για τη νέα μουσικογένεση που προετοιμάζεται…

«Όλοι τον τραγουδούν»

«Διπλός καημός, τετράδιπλη χαρά
να’ μουν πουλί, να πέταγα ψηλά…»

Η Πόλυ Πάνου, επιστρέφοντας στο τραγούδι, αρχίζει φέτος τη δουλειά της με τραγούδια του Μίκη που δεν πρόλαβαν να κυκλοφορήσουν. Και δεν είναι η μόνη. Όλοι, συνθέτες και τραγουδιστές, τραγουδούν Θεοδωράκη: Ο Ξαρχάκος στο μαγαζί που διευθύνει πέρασε και τραγούδια του, ο Μούτσης το ίδιο, η Μαβίλη κι ο Μαρίνος, ο Ξυλούρης κι ο Ζωγράφος, ο Μητσιάς, ο Καλογιάννης, η Βίκυ Μοσχολιού που ερμηνεύει θαυμάσια τα «Επιφάνεια», ο Ψαριανός. Σ’ όλα τα μαγαζιά, στις μπουάτ στην αρχή και κατόπιν στα μπουζούκια, το πρόγραμμα καλύπτεται κατά πολύ από το «Αρχιπέλαγος», την «Πολιτεία», το «Άξιον Εστί» από τα καινούργια τραγούδια που έγραψε μετά το ’67. Από το χορικό χορωδίας του 1942, το «Τροπάριο της Κασσιανής», το πρώτο του έργο, μέχρι την επένδυση για την ταινία την αφιερωμένη στον Τίτο, τριάντα ολόκληρα χρόνια ο Μίκης Θεοδωράκης καλύπτει με τη δουλειά του ένα νευραλγικό χώρο της ελληνικής και της παγκόσμιας μουσικής. Αντιφατικός, ενθουσιώδης, εργατικότατος, περνάει μέσα απ’τους μουσικούς δρόμους, με πλήρη συνείδηση του πόσο επενεργεί η δουλειά του στη μετακατοχική Ελλάδα.

05-MIKIS-EPIKAIRA.jpg

Τα έργα του από το 1967

-1967: -Κύκλος τραγουδιών «Έξι θαλασσινά φεγγάρια», στίχοι του Γκάτσου.
Κύκλος τραγουδιών «Η μπαλάντα του Αντόνιο Ελ Καμπόριο», στίχοι του Λόρκα απόδοση στα ελληνικά του Οδυσσέα Ελύτη.
«Ο ήλιος και ο χρόνος» στίχοι Μίκη Θεοδωράκη.

-1968: «Επιφάνεια – Αβέρωφ» (ποίηση Γιώργου Σεφέρη)
«Μυθολογία» (ποίηση Γιώργου Σεφέρη)
«Δώδεκα λαϊκά τραγούδια» (ποίηση Μάνου Ελευθερίου)
«Νύχτα θανάτου» (ποίηση Μάνου Ελευθερίου)
«Τα τραγούδια του Ανδρέα» (ποίηση Μίκη Θεοδωράκη)
«Αρκαδία Νο Ι» (ποίηση Μίκη Θεοδωράκη)
«Αρκαδία Νο ΙΙ» (ποίηση Μάνου Ελευθερίου)

-1969: «Αρκαδία Νο ΙΙΙ» (ποίηση Μάνου Ελευθερίου)
«Αρκαδία Νο ΙV» (ποίηση Ανδρέα Κάλβου)
«Αρκαδία Νο V» (ποίηση Άγγελου Σικελιανού)
«Αρκαδία Νο VI» (ποίηση Μίκη Θεοδωράκη)
«Αρκαδία Νο VΙI» (ποίηση Τάκη Σινόπουλου)
«Αρκαδία Νο VIΙΙ» (ποίηση Μανόλη Αναγνωστάκη)
«Αρκαδία Νο IΧ» (ποίηση Κώστα Καλαντζή)
«Αρκαδία Νο Χ» (ποίηση Μίκη Θεοδωράκη)
Έξοδος – Ποίημα
Μουσική για την ταινία «Ζ» του Κώστα Γαβρά

-1970: Τραγούδι «Ραβέν» (ποίηση Γιώργου Σεφέρη)
-1971:Μουσική για την ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη «Τρωάδες»
Μουσική για την ταινία «Biribi».
«Amor America» (ποίηση Πάμπλο Νερούντα)
-1972: «Κατάσταση πολιορκίας» (Μουσική για την ομώνυμη ταινία του Κώστα Γαβρά.
-1973: Κύκλος τραγουδιών «Τα Λιανοτράγουδα» (ποίηση Γιάννη Ρίτσου)
Μουσική για την ταινία «Ο στρατάρχης Τίτο».

06-MIKIS-EPIKAIRA.jpg

Ο «γέρος» για τον «ψηλό»

Μέσα στο «Περιβόλι τ’ Ουρανού» το μαγαζί που φιλοξένησε τα τραγούδια του Μίκη, ο Γιάννης Διδίλης, πιανίστας, μαέστρος, στενός συνεργάτης και αφοσιωμένος φίλος επί δεκατρία χρόνια του Θεοδωράκη, αποφασίζει για πρώτη φορά να μιλήσει. Δεν έχει ποτέ του μιλήσει σε δημοσιογράφο! Δεν έχει δώσει μια φωτογραφία του στην Ελλάδα. Μέσα στο έρημο από κόσμο μαγαζί, παρέα με ένα μπουκάλι κρασί, νύχτα τέσσερις η ώρα, ο «γέρος» όπως τον φωνάζει χαϊδευτικά ο Μίκης, αποφασίζει ν’ ανοίξει το στόμα του… Κι έχει τόσα να μας πει. Διηγείται ωραία, συναρπάζεται, μελαγχολεί. Ανέκδοτα απ’την πολύχρονη συνεργασία τους, πληροφορίες για τα μελλοντικά όνειρα του «ψηλού», λόγια θαυμασμού αλλά και κριτικής, δείγμα του υψηλού επιπέδου συνεργασίας και σεβασμού… Τολμηρός και μεσογειακός, ο θαυμάσιος αυτός μουσικός, πιάνει απ’τις ρίζες το φαινόμενο του Θεοδωράκη, κριτικάρει, τοποθετεί, προτείνει:

…Ο Μίκης κάνει πολιτισμό. Ο Μίκης είναι Ελλάδα. Κάθε φορά που περνάγαμε με τ’ αεροπλάνο πάνω από την πατρίδα, μου ‘πιανε το χέρι – μη νοιάζεσαι, γέρο, κουράγιο, μου’λεγε – μα ο ίδιος χυμούσε να φάει το φινιστρίνι, έκλαιγε σιωπηλά, χάιδευε νευρικά ένα χάρτη. – «Να η Ζάτουνα», μου ‘λεγε… Ο Μίκης είναι παιδί. Ένα μεγάλο παιδί. Ψυχούλα. Έχει καταπιεί όλη τη μουσική. Χρόνια ολόκληρα δούλευε πάνω στις μουσικές φόρμες. Τον καιρό που άλλοι έκαναν κοσμοπολιτισμό, ο Μίκης μάθαινε τα πράγματα των ήχων. Γνώρισε τον έρωτα 24 χρονών! Υπήρξε ένας ασκητής της μουσικής γνώσης. Τα νέα παιδιά που κάνουν μουσική είναι πολύ συμπαθητικοί συνθέτες κάποιων τραγουδιών, όμως οι περισσότεροι φοράνε την άσπρη μπλούζα του γιατρού, ενώ είναι χασάπηδες. Πάνε να διορθώσουν και ουσιαστικά καταστρέφουν. Πρέπει να διαβάσουν. Ο Μίκης σαν γυρίσει θα ιδρύσει ένα ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Να’ ρθουνε όλοι εκεί να μάθουνε μουσική και άλλα. Σε λίγο καιρό, τα πράγματα θα ξαναγυρίσουν στο φυσικό τους κανάλι. Όσο έλειπε η γάτα, χόρεψαν τα ποντίκια. Τώρα όμως, που αναγκασμένοι ν’ ακολουθήσουν το ρεύμα που θα ξεδιπλώσει ο Μίκης, πρέπει να μάθουν να γράφουν μια συμφωνία, τι θα κάνουν; Αγαπώ τους συνθέτες της Πλάκας, προέτρεψα αυτό το ταλέντο που λέγεται Ξαρχάκος να συνεχίσει τις σπουδές του. Σαν έφυγε για το Παρίσι, χάρηκα πολύ. Να το γράψεις αυτό: Πρέπει να μάθουν μουσική, όπως χρόνια ολόκληρα τη μάθαινε ο Μίκης κι ο σπουδαίος άνθρωπος ο Χατζιδάκις…

(Φλας Μπακ: Στο νυχτερινό στέκι του Μάνου Χατζιδάκι, το «Μαγεμένο Αυλό», πριν από μερικούς μήνες, πέρασε για μια ώρα η Μαρία Φαραντούρη. Αμίλητη, με έντονο το πένθος για τον πατέρα της που της έδωσε το τραγικό δικαίωμα να επαναπατρισθεί για δυο μέρες, περιμένει την ώρα της ολοκληρωτικής επιστροφής. Ο Μάνος παραπέρα, ο Αντωνίου, κάποιοι φίλοι. Η Μαρία καληνυχτίζει με σβησμένη φωνή και αποχωρεί. Ο Χατζιδάκις λίγα λεπτά κατόπιν, σε μια κουβέντα για τη διάρκεια του έργου τέχνης προβαίνει σε μιαν ειλικρινή ομολογία, απ’ αυτές που δε μας έχει συνηθίσει:

-Κανένας Έλληνας δεν υπήρξε τα τελευταία χρόνια στην Ιστορία της Τέχνης. Ο καιρός διαβρώνει τα πάντα. Κανείς δεν μένει μετά λίγα χρόνια. Από τους καλλιτέχνες του καιρού μας, μόνο ο Θεοδωράκης ταρακούνησε παγκοσμίως τα νερά. Κανείς άλλος!)

(Συνεχίζεται η κουβέντα με τον Γιάννη Διδίλη)

-Μαέστρο δεν κουραστήκατε να πετάτε σαν χελιδόνια από τόπο σε τόπο;

-Καημός… Ό,τι και να γράψουν για τον Μίκη, όσες τιμές να του προσφέρουν, τον κάλεσαν να διδάξει στα μεγαλύτερα μουσικά ιδρύματα, αυτός είναι εδώ: Στην πατρίδα. Θέλω να γράψεις, ότι αν ο Μίκης δεν είχε τη Μαρία Φαραντούρη θα έχανε το 40% της επιτυχίας του. Η Μαρία είναι συγκλονιστική τραγουδίστρια! Μόλις τέλειωσα τη διδασκαλία του «Κάντο Χενεράλε» του Νερούδα, ο Μίκης της είπε: « Αυτό το έργο θα σε γράψει στην ιστορία της μουσικής. Μετά απ’αυτό, είσαι μια παγκόσμια τραγουδίστρια…» Ζήσαμε τόσο όμορφα μαζί, όμως κουραστήκαμε να γλεντάμε στα φουαγιέ των ξενοδοχείων… Η Μαρία έχει κουραστεί πολύ για να φτάσει. Κάνουμε ώρες ολόκληρες μανιώδεις πρόβες….

Παίρνουμε να κουβεντιάζουμε για τον Μίκη. Η νύχτα προχωράει, τα λόγια σπάζουνε σαν τριμμένα γυαλιά, ο Διδίλης έχει αποφασίσει:

-Γράψε, γράψε κι αυτό: Θέλουμε να περάσουμε το καλό ποίημα στο λαό, να έρθει σ’ επαφή με τους ποιητές του. Θ ’αρχίσουμε απ’ την αρχή, να διδάσκουμε στον απλό άνθρωπο, την ποίησή του, όπως μάθαμε να καταλαβαίνει την ποίηση του Μπιθικώτση… Στις αρχές, μόλις κάναμε τον «Επιτάφιο» ο Γρηγόρης πήρε τον Μίκη στο τραπέζι που δούλευε. Κάτι φάτσες, Παναγία μου! Ο Μίκης τρόμαξε. Μόλις πήγε ο Μπιθικώτσης ν’ ανοίξει το στόμα του «Μέρα Μαγιού μου μισ…» – «κάτω ρε!» – του λέγανε… Πέρασε ηρωικούς καιρούς ο Μίκης. Αλλά, σου είπα, είναι παιδί… Είναι εκπληκτικός συνεργάτης. Τελειώνω τη διδασκαλία, κάθεται ώρες απ’ έξω, δεν μπαίνει στην πρόβα. Μόλις τελειώσω, παίρνει τη Μαρία κι αρχίζει να πλάθει. «Γιάννη ν’ αλλάξουμε αυτό;» ρωτάει εμένα. Είναι φοβερά ευγενής, αυτός ο άνθρωπος που ξέρει τέτοια μουσική ώστε να γράφει κατευθείαν στο βυζαντινό ιδίωμα, ξέρεις τι θα πει αυτό; Σαν θα ανοίξει η Σχολή, θα’ρθουνε οι νέοι να μάθουνε τη μουσική του τόπου μας.

-Θα’θελες να στείλουμε κάτι από δω, στον Μίκη;

-Ναι. Γράψε για να το διαβάσει και να γελάσει, για τη νύχτα εκείνη που φορέσαμε τα σεντόνια και κάναμε τα φαντάσματα! Θα καταλάβει αυτός!…

Μια ριζίτικη πέτρα

Ο Θεοδωράκης που πήγε στη Χιλή σαν μια από τις πενήντα παγκόσμιες προσωπικότητες που έδωσαν τη γνώμη τους στον Αλιέντε για το ειρηνικό του πείραμα, αυτός που βρέθηκε ανάμεσα στους ελάχιστους καλεσμένους των ενενηντάχρονων του Πικάσο, ο φίλος του Νάσερ και του Τίτο, ξαναγυρίζει στην Ελλάδα. Σαν μια μεγάλη ριζίτικη πέτρα πέφτει στην ελληνική λίμνη. Και αρχίζουν και ανακυκλώνουν τα νερά… Πού θα οδηγήσει αυτός ο ερχομός; Ένα είναι σίγουρο: Επετράπη η μουσική του. Έχει κιόλας συγκεκριμένες συζητήσεις με γνωστή εταιρεία δίσκων. Θα ιδρύσει στην Ελλάδα μια μουσική σχολή στη φόρμα του Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Οι δικοί του κι οι φίλοι του τον περιμένουν. Οι τραγουδιστές το ίδιο. Ένα μεγάλο κομμάτι της νεολαίας που δεν τον γνώρισε από κοντά.

Ο ίδιος μιλάει συχνά για το ενδεχόμενο της επιστροφής. Ματαίωσε δουλειές, ετοιμάζεται για μια φορά να μην περάσει από πάνω με τον χάρτη στα χέρια, αλλά να προσγειωθεί στο Ελληνικό. Όπωσδήποτε αυτή η ώρα θα σημάνει κάποια πράγματα για τον τόπο. Στο μεταξύ, όλοι τραγουδάνε ξανά Θεοδωράκη. Κάποιοι μιλούν για απομυθοποίηση… «Κι ο Χατζιδάκις γύρισε μα δεν άλλαξε τίποτα», «Έτσι που τον τραγουδάνε τώρα τον “ψηλό”, θα τον φθείρουν μέσα στο ίδιο το κοινό του» κ.α.
Στην άκρη όλων αυτών, παραμονεύει ένας στίχος από τα «Λιανοτράγουδα» του Ρίτσου, που τόσο συναρπαστικά τα προσφέρει ο Διδίλης με τα νέα παιδιά που ανακάλυψε, τη Σολδάτου, τον Μουτάφη:

«Εδώ σωπαίνουν τα πουλιά
σωπαίνουν κι οι καμπάνες…»

Να όμως που ένα από τα σύγχρονα ελληνικά πουλιά, κλείνει τις ταξιδιάρικες φτερούγες του κι έρχεται πάλι να τραγουδήσει, «της παγωνιάς αητόπουλο, της ερημιάς γεράκι…»

Δημήτρης Ιατρόπουλος

07-MIKIS-EPIKAIRA.jpg





Source link

RELATED ARTICLES
spot_img

Most Popular

Recent Comments