Γιάννης Ξανθούλης: «Έπαιξα μια χρονιά μαζί της και ήταν εφιάλτης»

Γιάννης Ξανθούλης: «Έπαιξα μια χρονιά μαζί της και ήταν εφιάλτης»


Αν κρίνει κανείς από τα 40 χρόνια της επαγγελματικής του ζωής μετράει μόνο επιτυχίες, τόσο στα θεατρικά κείμενα όσο και στα πεζογραφήματα, συμπεραίνει ότι έχει αγαπηθεί από πολύ περισσότερο κόσμο από όσο και ο ίδιος μπορεί να φανταστεί.

Με όχημα τη δημοσιογραφία, ο Γιάννης Ξανθούλης μπήκε γρήγορα στον χώρο που ονειρευόταν: στον χώρο του θεάτρου. Το 1967 που ήρθε στην Αθήνα, χούντα τότε, οι δουλειές δεν ήταν πολλές. Ξεκίνησε να γράφει στο ποικίλης ύλης περιοδικό Ψυχαγωγία, στο συγκρότημα Λαμπράκη, συνέχισε στα Επίκαιρα, στο Πάνθεον, στην Απογευματινή και μετά τη μεταπολίτευση δούλεψε στην Ελευθεροτυπία, στην οποία έγραφε μέχρι και το τελευταίο της φύλλο.

Όμως το θέατρο ήταν η αδυναμία του. «Εμένα μου άρεσε να γράφω θεατρικά έργα», παραδέχεται, «η πεζογραφία δεν με ενδιέφερε. Το 70 είχα γράψει πάρα πολλά έργα που δεν παίχτηκαν ποτέ. Μετά όταν έγινα γνωστός τα ζητούσαν, αλλά εγώ δεν τα έδινα πια, έκανα άλλα πράγματα. Θυμάμαι τη μάνα μου που έλεγε: “Τι πάνε όλοι και πληρώνουν για να βλέπουν αυτά που γράφει ο γιος μου; Εμείς όταν ήταν μικρός τον βάζαμε τιμωρία για αυτά που έγραφε”».

Ο ίδιος λέει πως έγραψε το πρώτο του βιβλίο, τον Μεγάλο Θανατικό, για να διασκεδάσει τον κόσμο που μαζευόταν σπίτι του. «Ξέρεις, άνθρωποι του θεάτρου, παρέες που μαζευόμασταν μετά τις 12, όταν τελείωναν τα θέατρα, και τους το διάβαζα σαν νούμερο με μια θεατρικότητα κι εκείνοι γελούσαν. Ήταν η Ροζίτα Σώκου, ο Γιώργος Μαρίνος, ο Θύμιος Καρακατσάνης ο Γιώργος Μιχαηλίδης, ο Λευτέρης Βογιατζής. Αυτός που μου άλλαξε τον τρόπο που έγραφα και βγήκε μια άλλη μου περσόνα την οποία ήξερα και δεν ήξερα ήταν ο Γιώργος Μιχαηλίδης».

Όταν τον παρατηρείς βλέπεις ότι υπάρχει στα λεγόμενα του μια θεατρικότητα. Είναι μπριόζος, γάργαρος. Θα μπορούσε να είχε γίνει ηθοποιός.

«Θα μπορούσα», λέει. «Υπάρχει μια πονηριά εδώ. Σκέφτηκα καλύτερα να γίνω συγγραφέας γιατί οι ηθοποιοί νόμιζα ότι πεθαίνουν πολύ γρήγορα, ενώ οι συγγραφείς και οι ιστορικοί ζουν πολύ για να γράψουν την ιστορία. Υπήρχε ένας περίεργος δόλος λοιπόν. Έπαιξα όμως μια φορά με την πολύ καλή μου φίλη Αλίκη Γεωργούλη στην παράσταση Λόξα και Δόξα, στο θέατρο Αποθήκη. Είχαμε γνωριστεί το 1986 και της έγραψα Τα Σκουπίδια. Τη θαύμαζα αυτήν τη γυναίκα. Με γοήτευε. Έπαιξα λοιπόν μια χρονιά και ήταν εφιάλτης. Δεν ξαναπήγα στο θέατρο για πέντε χρόνια. Ήταν μια τεράστια δοκιμασία για μένα. Πέρασα καλά μόνο την πρώτη μέρα. Μετά έπαθα αλλεργία. Φαίνεται ότι εγώ δεν είμαι τόσο εξωστρεφές άτομο. Δεν μπορώ να εκτίθεμαι πολύ».

Γιατί σταμάτησε να γράφει θεατρικά έργα; «Μου άρεσε το παρασκήνιο αυτής της δουλειάς. Με ενδιέφερε το ελαφρό θέατρο και ο κόσμος του. Μου άρεσαν οι θεατρίνοι, οι μπαλαρίνες, οι επιχειρηματίες, ο ερωτισμός που υπήρχε στα καμαρίνια, ο παροξυσμός του ανταγωνισμού μεταξύ των πρωταγωνιστών για μια κουβέντα. Για να συμμετέχω εγώ, ήθελα να έχει τζερτζελέ και αυτό το έβρισκα στις επιθεωρήσεις που για μένα εκεί ήταν και οι καλύτεροι ηθοποιοί, αλλά ήμουν και το κοινό του Καρόλου Κουν. Σταμάτησα να γράφω γιατί δεν άντεχα τα διαπροσωπικά με αυτό τον κόσμο. Ήθελα να ανακατεύομαι σε όλα. Στα κοστούμια, με τις μοδίστρες, τσακώθηκα με μουσικούς, ε, μετά κουράστηκα».

Έχει δουλέψει με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και για δέκα χρόνια έκανε τα shows του Γιώργου Μαρίνου στη Μέδουσα. Έχει γράψει για τις μουσικές παραστάσεις του Τάκη Ζαχαράτου «Είναι αυτόνομο άτομο και ξεχωριστό»-, για τον Λάκη Λαζόπουλο με τον οποίο έχουν κάνει θεατρικές επιτυχίες και είναι πολύ φίλοι -«Είναι σαν συγγενής μου»-, πολλές επιτυχίες έχει κάνει με τον Θύμιο Καρακατσάνη, όπως τη «Βίδα» και τον «Στέλιο» (εκεί ξεκίνησαν η Μαρία Καβογιάννη και η Μαρία Γεωργιάδου).

Έχει φίλους από αυτό τον χώρο; «Ναι, βέβαια είναι όλοι μέσα στην καρδιά μου. Εκτός από τον Γιώργο Μαρίνο. Έχω να τον δω από το 1989», λέει στο DownTown





Source link

WP Radio
WP Radio
OFFLINE LIVE